Column Left

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΗΣΥΧΟΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ 57 ΝΕΚΡΟΥΣ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ ΚΑΙ ΟΙ 104 ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΑΤΤΙΚΗΣ;

 


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΓΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

"ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΚΡΑΤΟΣ ΛΙΓΟΣΤΟ" ΛΕΕΙ Ο ΣΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ

 Το ερώτημα που θέτετε αγγίζει τον πυρήνα του δημόσιου αισθήματος και εκφράζει τη βαθιά απογοήτευση, την οργή και το αίσθημα αδικίας που μοιράζεται ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να χειροκροτάμε τους αυτόκλητους σωτήρες που τελικά βούλιαξαν την χώρα; 

Οι τραγωδίες στο Μάτι (2018) και στα Τέμπη (2023) αποτελούν δύο από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το γεγονός ότι συνέβησαν υπό διαφορετικές διακυβερνήσεις (ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας αντίστοιχα) αναδεικνύει, στα μάτια των πολιτών, διαχρονικές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού:

  • Στο Μάτι: Αναδείχθηκαν η εγκληματική έλλειψη συντονισμού, η απουσία σχεδίων εκκένωσης και οι τραγικές αδυναμίες της πολιτικής προστασίας. Eνα μηχανισμό με ατέλειες, παραλείψεις, αλλά κυρίως με άπειρες πολιτικές ευθύνες. 

  • Στα Τέμπη: Αποκαλύφθηκαν οι χρόνιες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των συστημάτων ασφαλείας των σιδηροδρόμων, οι παραλείψεις και οι συστημικές αποκτυχίες στη διαχείριση των υποδομών. Κυρίως όμως συγκλόνισε η συκάλυψη των γεγονότων που θέτει ηθικά και πολιτικά ερωτήματα.

Το ζήτημα της Πολιτικής και Ηθικής Ευθύνης

Η αντίθεση ανάμεσα στην «πολιτική ρητορική» και την πραγματικότητα των θυμάτων είναι αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη αποστροφή.

Η ουσία του προβλήματος: > Στην πολιτική σκηνή, η ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης» συχνά περιορίζεται σε επικοινωνιακές δηλώσεις ή παραιτήσεις που, στην πράξη, δεν απαλύνουν τον πόνο των οικογενειών ούτε εγγυώνται την άμεση απονομή δικαιοσύνης. Η αίσθηση ότι οι πολιτικοί αρχηγοί παρουσιάζονται ως «σωτήρες» την ώρα που το κράτος αποτυγχάνει να προστατεύσει τη ζωή των πολιτών του, εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Το αν «κοιμούνται ήσυχοι» είναι ένα ερώτημα που αφορά την προσωπική συνείδηση του κάθε ηγέτη και στελέχους. Ωστόσο, για τον απλό πολίτη, το ζητούμενο δεν είναι πλέον οι προθέσεις ή οι ενοχές τους, αλλά:

  1. Η πλήρης και ανεξάρτητη απονομή δικαιοσύνης, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις ή συγκλύψεις.

  2. Η ριζική αλλαγή του κράτους, ώστε να μην θρηνήσουμε ποτέ ξανά θύματα από ανάλογη κρατική ανεπάρκεια.

Η μνήμη των 104 ανθρώπων στο Μάτι και των 57 στα Τέμπη παραμένει μια ανοιχτή πληγή που υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια των πολιτών πρέπει να είναι πάνω από κάθε πολιτικό κόστος και κομματική αντιπαράθεση. Αλλά με νέους πολιτικούς κι ΟΙ ΜΕ ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥΣ.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Στη χειρότερη θέση της Ευρωζώνης οι Έλληνες- Έρευνα καταναλωτικής εμπιστοσύνης στο τέρμα


 
Η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τις καταναλωτικές προσδοκίες στην Ευρωζώνη, δεν μας κάνει απαραίτητα σοφότερους, αλλά σίγουρα μας κάνει σίγουρα πιο σκεπτικούς.

Συνεχίζοντας την αρνητική πορεία του Μαρτίου, όταν η καταναλωτική εμπιστοσύνη «βούλιαξε» με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2022, ο Απρίλιος ήταν ακόμα πιο γκρίζος, στους περισσότερους βραχυπρόθεσμους δείκτες.

Επιγραμματικά,  τα ευρήματα της έρευνας καταναλωτικών προσδοκιών της ΕΚΤ έχουν ως εξής:

  •  Σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2026 η διάμεση αντίληψη των καταναλωτών για τον πληθωρισμό των τελευταίων 12 μηνών αυξήθηκε σημαντικά.
  • Οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό τους επόμενους 12 μήνες παρέμειναν αμετάβλητες. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε βάθος τριετίας υποχώρησαν ελαφρώς.
  • Οι προσδοκίες για την αύξηση του ονομαστικού εισοδήματος τους επόμενους 12 μήνες μειώθηκαν, ενώ οι προσδοκίες για την αύξηση των δαπανών τους επόμενους 12 μήνες αυξήθηκαν.
  • Οι προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη τους επόμενους 12 μήνες έγιναν πιο αρνητικές, ενώ το αναμενόμενο ποσοστό ανεργίας σε 12 μήνες μειώθηκε οριακά.
  • Οι προσδοκίες για την αύξηση των τιμών των κατοικιών τους επόμενους 12 μήνες παρέμειναν αμετάβλητες, όπως και οι προσδοκίες για τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων σε 12 μήνες.

Τι ξεχωρίζει στην έρευνα της ΕΚΤ

Ένα εύρημα που ξεχωρίζει είναι ότι τα νοικοκυριά που ανήκουν στις κατώτερες και μεσαίες εισοδηματικές βαθμίδες (το 60% που τα βγάζει πέρα με δυσκολία),  σημειώνουν τη μεγαλύτερη επιδείνωση στις προσδοκίες για το εισόδημα, ενώ αναμένουν υψηλότερες δαπάνες. Παράλληλα το 20% των πιο φτωχών νοικοκυριών βιώνει και τον υψηλότερο «αντιληπτό πληθωρισμό». Για τα χαμηλότερα εισοδήματα ο «πληθωρισμός της τσέπης», η αίσθηση που έχουν για το πόσο αυξήθηκαν οι τιμές, έτρεξε με 4,9% το προηγούμενο δωδεκάμηνο (από 4,5% τον Μάρτιο). Για το 20% των πλουσιότερων ο αισθητός πληθωρισμός ανήλθε στο 3,2%, από 3% τον Μάρτιο.

Το δεύτερο εύρημα, είναι ότι η Ελλάδα ξεχωρίζει ως η χώρα με τις χειρότερες καταναλωτικές προσδοκίες, για τον πληθωρισμό και το εισόδημα – σε πολύ μεγάλη απόσταση από τις υπόλοιπες. Αντίστοιχα, αναμένει τη μεγαλύτερη αύξηση δαπανών.

Γράφημα 1: H Eλλάδα (με γκρίζο) έχει τον υψηλότερο αντιληπτό πληθωρισμό της Ευρωζώνης, υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο. (Για υψηλότερη ανάλυση πατήστε πάνω στην εικόνα) – πηγή: ΕΚΤ

Με 10,2% έτρεξε ο «πληθωρισμός της τσέπης» για του Έλληνες

Τον Απρίλιο, η διάμεση εκτίμηση του πληθωρισμού που καταγράφηκε τους προηγούμενους 12 μήνες αυξήθηκε στο 4%, από 3,5% τον Μάρτιο.

Για την Ελλάδα όμως, ο αισθητός πληθωρισμός έτρεξε με ρυθμό 10,2% το προηγούμενο δωδεκάμηνο, ελαφρώς αυξημένος σε σύγκριση με τον Μάρτιο (βλ. γράφημα 1)

Με άλλα λόγια οι Έλληνες εκτιμούν ότι οι τιμές αυξάνονται με υπερδιπλάσια ταχύτητα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και με διπλάσια ταχύτητα από τον επίσημο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

Η τεράστια αυτή απόκλιση δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ψυχολογικούς όρους. Τα ελληνικά νοικοκυριά είναι τα πλέον επιβαρυμένα από το στεγαστικό κόστος, που απορροφά το 36% του εισοδήματος, έναντι 19,2 στην ΕΕ. Επιπλέον, έχουμε σχεδόν διπλάσιο πληθωρισμό στα φρέσκα – μη επεξεργασμένα τρόφιμα, από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Τα έξοδα στέγασης και διατροφής είναι εκείνα που «βαραίνουν» περισσότερο στο καλάθι των πιο φτωχών νοικοκυριών, ροκανίζοντας σχεδόν το 56% του εισοδήματός τους.

EKT

Γράφημα 2: Και στις πληθωριστικές προσδοκίες, αφήνουμε πίσω όλους τους υπόλοιπους.

Εκτοξεύθηκαν οι πληθωριστικές προσδοκίες μετά τον πόλεμο

Χάος μας χωρίζει από την Ευρωζώνη και στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Στις 11 χώρες που εξετάζει η ΕΚΤ, οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό κατά τους επόμενους 12 μήνες παρέμειναν αμετάβλητες στο 4%.

Οι Έλληνες  περιμένουμε πληθωρισμό 9,9% (από 10% τον Μάρτιο και 5,2% τον Φεβρουάριο). Η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη εκτόξευση των πληθωριστικών προσδοκιών, οι οποίες σχεδόν διπλασιάστηκαν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και μετά (βλ. γράφημα 2).

Οι ερωτηθέντες που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια συνέχισαν να αναφέρουν, κατά μέσο όρο, ελαφρώς υψηλότερες αντιλήψεις και προσδοκίες πληθωρισμού σε σχέση με όσους ανήκουν στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.

ΕΚΤ

Γράφημα 3: Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στις προσδοκίες για το εισόδημα.

ΕΚΤ

Γράφημα 4: Οι προσδοκίες των Ελλήνων για την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών το επόμενο 12μηνο είναι μακράν οι υψηλότερες στην Ευρωζώνη.

Εισόδημα και κατανάλωση

Οι προσδοκίες των καταναλωτών για την ονομαστική αύξηση του εισοδήματος κατά τους επόμενους 12 μήνες μειώθηκαν στο 0,8% τον Απρίλιο, από 1,2% τον Μάρτιο.

Παράλληλα, η αντιλαμβανόμενη μεταβολή των ονομαστικών δαπανών κατά τους προηγούμενους 12 μήνες αυξήθηκε στο 5,3%, από 5,1% τον Μάρτιο.

Οι προσδοκίες για την αύξηση των ονομαστικών δαπανών κατά τους επόμενους 12 μήνες αυξήθηκαν στο 4,3%, από 4,1% τον Μάρτιο.

Οι συμμετέχοντες που ανήκουν στα τρία χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια αναμένουν ελαφρώς υψηλότερη αύξηση δαπανών σε σχέση με εκείνους των δύο υψηλότερων κλιμακίων.

Κι εδώ η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά. Οι Έλληνες καταναλωτές περιμένουν μείωση του ονομαστικού εισοδήματος το επόμενο 12μηνο, κατά -1,3%. (βλ. γράφημα 3)  Αντίστοιχα, οι αντιλαμβανόμενες δαπάνες του προηγούμενου δωδεκαμήνου αυξήθηκαν κατά 10,2%, έναντι 9,2% τον Μάρτιο.

Για το επόμενο 12μηνο, οι Έλληνες αναμένουν αύξηση των δαπανών με ρυθμό 9,1%, από 7,7% τον Μάρτιο (βλ. γράφημα 4).

Οικονομική ανάπτυξη και αγορά εργασίας

Οι προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη κατά τους επόμενους 12 μήνες έγιναν πιο αρνητικές, υποχωρώντας στο -2,2% τον Απρίλιο από -2,1% τον Μάρτιο.

Αντίθετα, οι προσδοκίες για το ποσοστό ανεργίας σε 12 μήνες μειώθηκαν στο 11,2% από 11,3%.

Όπως και τους προηγούμενους μήνες, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ανέμεναν το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας σε 12 μήνες (13,3%), ενώ τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος το χαμηλότερο (9,4%).

Οι Έλληνες είναι επίσης μακράν οι πιο απαισιόδοξοι σε ό,τι αφορά την οικονομική ανάπτυξη, αναμένοντας επιδείνωση με ρυθμό -5,7%. Όσο για τους δείκτες ανεργίας, αναμένουμε ότι θα κινηθούν στο 15,3% το επόμενο 12μηνο, βελτιωμένοι σε σύγκριση με τον Μάρτιο (16,7%), αλλά και πάλι οι δεύτεροι υψηλότεροι στην Ευρωζώνη, μετά τη Φινλανδία (15,7%).

in.gr

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Δημογραφικό: Το 2050 για κάθε έναν νέο θα αντιστιχούν ως αναλογία δύο ηλικιωμένοι

\


 Το 2050, δηλαδή σε περίπου δυόμισι δεκαετίες από σήμερα, θα πέσει στο 2 προς 1.

Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι στα επόμενα χρόνια θα υπάρξει έλλειψη 1,9 εκατ. εργαζομένων λόγω δημογραφικής γήρανσης, με αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ και στο ασφαλιστικό σύστημα. Η Ελλάδα θα πρέπει να βρει τρόπους για να καλύψει ή τουλάχιστον να περιορίσει το κενό των θέσεων εργασίας μέσα στα χρόνια. Αν δεν τα καταφέρει, τότε οι προβλέψεις δείχνουν μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 15%.

Η πρόβλεψη-σοκ έρχεται από πρόσφατη μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που έγινε από το ελληνικό παράρτημα του οργανισμού και δείχνει ότι η γήρανση του πληθυσμού εξελίσσεται «σιωπηλά», αλλά ταχύτατα.

Η αναλογία νέων προς ηλικιωμένους σημαίνει ότι ενώ για κάθε ηλικιωμένο (με ή χωρίς σύνταξη) άνω των 65 ετών το 1960 υπήρχαν 10 εργαζόμενοι που πλήρωναν είτε για τη σύνταξή του με τις εισφορές τους είτε για την περίθαλψή του μέσω της φορολογίας, σήμερα, λόγω της σταδιακής μείωσης των γεννήσεων και του εργατικού δυναμικού, σε κάθε ηλικιωμένο αντιστοιχούν 3 εργαζόμενοι και σε δύο έως τρεις δεκαετίες θα έχουν μειωθεί σε 2.

Ο δείκτης αυτός λίγο διαφέρει από τον δείκτη αναλογίας ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, καθώς στο δημογραφικό η αναλογία λαμβάνει υπόψη το σύνολο των ηλικιωμένων προς τον νεότερο πληθυσμό, ενώ στο ασφαλιστικό η αναλογία προκύπτει με βάση τους εργαζόμενους που καταβάλλουν εισφορές και τους συνταξιούχους. Ειδικά στο ασφαλιστικό ο δείκτης ασφαλισμένων-συνταξιούχων έχει υποχωρήσει στο 1,6 προς 1 που σημαίνει ότι 160 ασφαλισμένοι συντηρούν 100 συνταξιούχους ενώ θα έπρεπε να υπήρχαν 400 ασφαλισμένοι. Η πρόβλεψη μάλιστα είναι ότι η αναλογία θα μειωθεί στο 1,26 προς 1 στα επόμενα χρόνια, αν δεν ληφθούν μέτρα για το δημογραφικό.

Επιπτώσεις

Τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας καταγράφει και σε πρόσφατη μελέτη του (Μάρτιος 2026) το Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών.

Στη μελέτη αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι:

1 Ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία (15-64) στην Ελλάδα ήταν 6,6 εκατ. το 2024 και αναμένεται να πέσει στα 4,7 εκατ. το 2050, σημειώνοντας μείωση κατά σχεδόν 30% ή κατά 1,9 εκατ. άτομα.

2 Η μείωση του εργατικού δυναμικού έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Αν δεν ληφθούν μέτρα για να ανακοπεί η πτώση του εργατικού δυναμικού, τότε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 8% μέχρι το 2050 σε σχέση με το 2021, ενώ στην Ελλάδα η μείωση αναμένεται στο 15%.

3 Ο πληθυσμός σε ηλικία 55-64 ήταν 1,5 εκατ. το 2024 αντιστοιχώντας στο 23% του συνολικού πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία (6,6 εκατ.). Στην αγορά εργασίας συμμετείχαν όμως μόνον 800.000 από αυτούς, αφήνοντας 700.000 εκτός αγοράς εργασίας.

4 Η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολία στην εύρεση ανθρώπινου δυναμικού και σε ορισμένους τομείς, όπως η Υγεία, οι τεχνολογίες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, οι κατασκευές και η βιομηχανία, οι ελλείψεις φτάνουν στο 30%, ενώ στον τομέα της βιομηχανίας το ποσοστό είναι μεγαλύτερο.

Λύσεις

Το κενό απασχόλησης μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας των γυναικών αλλά και του εργατικού δυναμικού της ηλικιακής ομάδας 55-64 ετών. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών σε παραγωγική ηλικία στην Ελλάδα το 2024 ήταν μόλις 55% έναντι 72% του αντίστοιχου των ανδρών που σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση.

Αλλη μια «δεξαμενή» εργατικού δυναμικού είναι η στοχευμένη απασχόληση μεταναστών, αναφέρεται στην μελέτη του Κέντρου, δίδοντας έμφαση σε προγράμματα μετακλήσεων εργαζομένων από τρίτες χώρες για τόνωση της απασχόλησης σε τομείς που πλήττονται περισσότερο από χαμηλή ζήτηση εργασίας.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στη μελέτη του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των μεταναστών που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 8% τη δεκαετία 2013-2023, ενώ το ποσοστό των νόμιμων μεταναστών στην Ελλάδα το 2023 (11%) υπολείπεται του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (15%).

ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ/ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ

Ετη2022203020402050
Συνταξιούχοι (χιλιάδες)2460.42503.42764.92958.6
Ασφαλισμένοι (χιλιάδες)4155.24034.53705.73384.8
Αναλογία εργαζομένων/συνταξιούχων1,66/11,46/11,25/11,23/1

Πηγή: ΟΟΣΑ

ΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΧΩΡΕΣΑΝΔΡΕΣΓΥΝΑΙΚΕΣ
Ελλάδα63,259,7
Ε.Ε. (27 κράτη)62,662,3
ΟΟΣΑ (μέσος όρος)64,463,1
Ισλανδία68,365,8
Φινλανδία63,763,8
Γερμανία63,763,4
Ηνωμένο Βασίλειο63,262,8
Ιταλία6362
Ισπανία62,161,8
Πορτογαλία66,664,6
Ολλανδία6563,9
Σουηδία65,564,5
Δανία64,563,8
Βέλγιο61,161,3
Γαλλία60,762,2
Ιαπωνία68,367
ΗΠΑ65,265,3
Αυστραλία65,164,4

Πηγή: ΟΟΣΑ

Παράταση εργασιακού βίου, λιγότερες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις

Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ότι λόγω της γήρανσης του πληθυσμού αλλά και της αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών, θα χρειαστεί να ληφθούν μέτρα για την παράταση του εργασιακού βίου με περισσότερα κίνητρα για αύξηση της απασχόλησης στις ηλικίες 54-75 ετών και με λιγότερες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις πριν από τα 62, αν όχι και διακοπή τους.

Στην Ελλάδα τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έχουν συνδεθεί με το προσδόκιμο ζωής και η πρώτη εφαρμογή του νέου τρόπου που θα καθορίζει την ηλικία συνταξιοδότησης έχει μετατεθεί για την 1/1/2030, ενώ ανά τρία χρόνια οι ηλικίες συνταξιοδότησης θα επανεξετάζονται.

Η πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης στην Ελλάδα είναι κάτω από 60 ετών για τις γυναίκες και 62-64 ετών για τους άνδρες. Η πρόβλεψη για τα επόμενα έτη είναι ότι τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα αρχίσουν να αυξάνονται σταδιακά τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Το μεγαλύτερο βάρος των αλλαγών θα πέσει κυρίως στις πλάτες των σημερινών 30άρηδων, καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, θα παίρνουν σύνταξη αφού κλείσουν το 64ο έτος.

Αν καταργηθούν οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και αυξηθεί η πραγματική ηλικία εξόδου, η απασχόληση των μεγαλύτερων εργαζομένων θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 6,7 ποσοστιαίες μονάδες, αναφέρει η μελέτη.

Μετάβαση σε «ευέλικτα συνταξιοδοτικά προγράμματα»

Ενα νέο δεδομένο που αναδεικνύει η έκθεση του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη δυναμική των πληθυσμών είναι και η μετάβαση σε «ευέλικτα συνταξιοδοτικά προγράμματα» τα οποία παρέχουν στους ηλικιωμένους εργαζόμενους την επιλογή να συνεχίσουν να εργάζονται, συχνά με μερική απασχόληση, ενώ λαμβάνουν τουλάχιστον μερική σύνταξη. Οι πιο ευέλικτες μορφές συνταξιοδότησης έχουν αποκτήσει αυξανόμενο πολιτικό ενδιαφέρον λόγω της γήρανσης του εργατικού δυναμικού και της ανάγκης ενίσχυσης των κινήτρων εργασίας μεταξύ των ηλικιωμένων, με τα συνταξιοδοτικά συστήματα σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ να επιτρέπουν ήδη τον συνδυασμό εργασίας και συντάξεων μετά την κανονική ηλικία συνταξιοδότησης. Μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες έχουν επίσης εφαρμοστεί για την επέκταση των ευέλικτων επιλογών συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας συνδυασμού λήψης σύνταξης και εργασίας πριν από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης (π.χ. Εσθονία, Αυστρία, Γαλλία και Ισπανία).

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ευρωκοινοβούλιο: Στην Ολομέλεια του Στρασβούργου η έκθεση για το Κράτος Δικαίου – ΄Τέθηκαν μεγάλα ζητήματα

 


Ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος για την υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου στην Ευρώπη. Η έκθεση του ευρωβ
ουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρο της LEFT Κώστα Αρβανίτη φτάνει στο Ευρωκοινοβούλιο στο Στρασβούργο και την Ολομέλεια.

Η έκθεση καταγράφει την κατάσταση που διαμορφώνεται και τις πρόσφατες εξελίξεις. Αναδεικνύει σοβαρά ζητήματα που αφορούν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, αλλά και την ασφάλεια των δημοσιογράφων.
Στο κείμενο εκφράζεται ανησυχία για τη συρρίκνωση του χώρου της κοινωνίας των πολιτών και τις προκλήσεις που θέτει η διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών πλατφορμών και του περιεχομένου που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη.
Στο Ευρωκοινοβούλιο με ευρεία πλειοψηφία στην αρμόδια Επιτροπή LIBE
Η έκθεση που εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία στην αρμόδια Επιτροπή LIBE καταγράφει επίσης την αθέμιτη χρήση ενωσιακών πόρων σε βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και την ανάγκη οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να υπόκειται στα ίδια πρότυπα ώστε να εξασφαλίζουν αξιοπιστία και θεσμική νομιμοποίηση.
Εστιάζει στην περιορισμένη πρόοδο όσον αφορά τις προειδοποιήσεις της Επιτροπής και υιοθετεί συστάσεις για την ενσωμάτωση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η ακραία φτώχεια και η έλλειψη στέγης, υπονομεύουν την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ισότητα ενώπιον του νόμου.
Μια «ισχυρή έκθεση»
«Συνολικά, καταφέραμε να συντάξουμε μια ισχυρή έκθεση που ενισχύει την προστασία των δημοσιογράφων και της κοινωνίας των πολιτών, αντιμετωπίζει τη διαφθορά (ιδίως στα υψηλότερα πολιτικά επίπεδα) και την κατάχρηση των ενωσιακών πόρων με τρόπους που υπονομεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να τηρούν τα ίδια δικαιοκρατικά πρότυπα με τα κράτη μέλη, προκειμένου να διατηρούν υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και νομιμοποίησης.
Επιπλέον, η έκθεση ενσωματώνει τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, τονίζοντας ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ακραία φτώχεια και η έλλειψη στέγασης παρεμποδίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την ισότητα ενώπιον του νόμου», αναφέρει μεταξύ άλλων ο Κώστας Αρβανίτης.
Η έκθεση σήμερα Τετάρτη (29/04) το μεσημέρι.
-Ο Κώστας Αρβανίτης παραχώρησε συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση της Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου 

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΑΓΡΟΤΙΚΑ- Από το χωράφι στο ράφι… Ποιος κερδίζει πραγματικά;


 Διανύουμε το τέταρτο δεκαήμερο του Απριλίου 2026 και ο πληθωρισμός των τροφίμων παραμένει ίσως το πιο επίμονο μακροοικονομικό πρόβλημα της χώρας. Κάθε φορά που ο καταναλωτής αντικρίζει τις τιμές των νωπών φρούτων και λαχανικών στ
ο ράφι του σούπερ μάρκετ, αυτός εστιάζει στον πρωτογενή τομέα. Υπάρχει μια εδραιωμένη πεποίθηση ότι η ακρίβεια οφείλεται στον «κερδοσκόπο αγρότη»! Είναι όμως έτσι;

Η οικονομική ανάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας καταρρίπτει αυτόν τον μύθο με ψυχρούς αριθμούς. Για να κατανοήσουμε πού πραγματικά καταλήγουν τα χρήματα του καταναλωτή, πρέπει να αποδομήσουμε την τελική τιμή ενός προϊόντος και να δούμε πώς κατανέμεται η υπεραξία σε κάθε ενδιάμεσο κρίκο, από το χωράφι, μέχρι και αυτό να καταλήξει στο ράφι.
Η πραγματικότητα του χωραφιού απέχει κατά πολύ από την εικόνα του ραφιού… Στα περισσότερα νωπά αγροτικά προϊόντα, ο παραγωγός εισπράττει ιστορικά ένα ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 20% και 25% της τελικής τιμής λιανικής.
Ας λάβουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Μια ντομάτα που φτάνει στο ράφι του σούπερ μάρκετ στην Αθήνα τιμή 2,20 ευρώ το κιλό, δεν αποδίδει παραπάνω από 0,45–0,50 ευρώ στον παραγωγό. Από αυτό το πενηνταράκι, ο παραγωγός καλείται να αποσβέσει το κόστος των πανάκριβων λιπασμάτων, το ενεργειακό κόστος άρδευσης (που διπλασιάστηκε μετά την κρίση του Περσικού Κόλπου) και τα εργατικά χέρια. Πρακτικά, το καθαρό του κέρδος μετριέται σε ελάχιστα λεπτά του ευρώ ανά κιλό. Το υπόλοιπο 75% έως 80% της αξίας προστίθεται αφού το προϊόν εγκαταλείψει την πύλη του χωραφιού.
Η σύγκριση με το 2024 είναι αποκαλυπτική. Τότε, το κόστος άρδευσης ανά κιλό ντομάτας κυμαινόταν στα 0,08–0,12 ευρώ. Σήμερα, μετά την αύξηση του κόστους ενέργειας επακόλουθη της κρίσης του Ορμούζ (που ανέβασε τις τιμές kWh κατά 35–40%), το ίδιο κόστος έχει ανέλθει σε 0,16–0,20 ευρώ ανά κιλό, μπορεί και περισσότερο. Ο παραγωγός δεν μπορεί να μειώσει τις ποσότητες αν το κάνει, χάνει αγορά. Έτσι, η συμπίεση περιθωρίου γίνεται αναπόφευκτη για τον παραγωγό στο χωράφι.
Μόλις το προϊόν φτάσει στο συσκευαστήριο, ξεκινά ένας νέος κύκλος κοστολόγησης. Εδώ δεν μιλάμε απαραίτητα για αισχροκέρδεια, αλλά για πραγματικά, ανελαστικά βιομηχανικά έξοδα τα οποία έχουν εκτοξευτεί:
Διαλογή και Συσκευασία (15–20% της τελικής τιμής): Τα υλικά συσκευασίας (χαρτοκιβώτια, πλαστικά, παλέτες) και η λειτουργία των σύγχρονων διαλογητηρίων προσθέτουν σημαντικό βάρος. Δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς εδώ, ότι και τα υλικά αυτά ανατιμώνται από την κρίση στα στενά.
Ψύξη και Αποθήκευση (10–15%): Τα φρέσκα τρόφιμα είναι προϊόντα άκρως ενεργοβόρα. Τα βιομηχανικά ψυγεία και οι θάλαμοι ελεγχόμενης ατμόσφαιρας καταναλώνουν ρεύμα, το κόστος του οποίου παραμένει υψηλό και όσο διαρκεί η κρίση, τόσο ανεβαίνει και η τιμή του.
Η «αόρατη» ζημιά της Φύρας: Στα νωπά προϊόντα, περίπου ένα 10–15% της αρχικής ποσότητας δεν φτάνει ποτέ στο ταμείο. Καταστρέφεται κατά τη διαλογή, σαπίζει στα φορτηγά ή λήγει στο ράφι. Το κόστος αυτής της απώλειας ενσωματώνεται (προκαταβολικά) στην τιμή των προϊόντων που τελικά πωλούνται. Υπάρχουν περιπτώσεις δε, που η φύρα αυτή μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 40% (σε ευπαθή κηπευτικά).
Το επόμενο στάδιο είναι η μεταφορά. Τα μεταφορικά κόστη (καύσιμα, διόδια, συντήρηση στόλου ψυγείων-φορτηγών) απορροφούν ένα επιπλέον 10% έως 15% της αξίας πριν τελικά το προϊόν φτάνει στο λιανεμπόριο. Το σούπερ μάρκετ, για να καλύψει τα δικά του υψηλά λειτουργικά έξοδα (ενοίκια, μισθοδοσία, ρεύμα, marketing) και τον ΦΠΑ, λειτουργεί με ένα μικτό περιθώριο κέρδους που συχνά προσεγγίζει το 30%.
Η λύση δεν βρίσκεται στην εξωτερική κρατική παρέμβαση (θέσπιση τιμών ή κατώτατων ορίων), αλλά στην αναδιάρθρωση της αλυσίδας από τα κάτω προς τα πάνω, μέσω εταιρειών και συνεργατικών σχημάτων που μειώνουν τους ενδιάμεσους. Δυστυχώς στη χώρα μας τα συνεργατικά σχήματα με επιτυχημένη πορεία είναι πολύ λίγα.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα το 2026 δεν προκύπτει από την πλεονεξία ή τα υπερκέρδη του πρωτογενούς τομέα όπως κάποιοι πιστεύουν. Προκύπτει από τις δομικές ανεπάρκειες μιας μακράς, ενεργοβόρας εφοδιαστικής αλυσίδας. Κάθε ενδιάμεσος κρίκος προσθέτει το δικό του λειτουργικό ρίσκο, το οποίο εν τέλει το πληρώνει ο καταναλωτής.

Η λύση δεν είναι το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον των αγροτών. Η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση των «βραχειών αλυσίδων εφοδιασμού», στη δημιουργία ισχυρών συνεταιρισμών που θα καθετοποιήσουν την παραγωγή τους (αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την τυποποίηση ή και μεταποίηση αργότερα) και στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών logistics που θα ελαχιστοποιήσουν τη φύρα και τα μεταφορικά κόστη.

Μόνο αν μικρύνουμε την απόσταση από το χωράφι στο ράφι, θα προστατεύσουμε το εισόδημα του παραγωγού και το πορτοφόλι του καταναλωτή.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Γιατί οι τράπεζες δυσκολεύονται να δώσουν δάνεια στους αγρότες - Οι 4 απίστευτοι λόγοι

 


Ως έναν κλάδο με αυξημένο ρίσκο αντιμετωπίζουν οι τράπεζες τον αγροτικό τομέα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την πρόσβαση των αγροτών σε τραπεζική χρηματοδότηση.

Όπως προκύπτει από την έκθεση του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης «ΔιαΝΕΟσις», η δυσκολία δανειοδότησης από την πλευρά των τραπεζών συνδέεται με τη δομή της τραπεζικής αγοράς, το μικρό μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, τον κατακερματισμό της παραγωγής, τη χαμηλή συμμετοχή σε συνεταιρισμούς, αλλά και με χαρακτηριστικά πολλών αγροτικών μονάδων, όπως η περιορισμένη επιχειρηματική οργάνωση και η δυσκολία υλοποίησης μεγάλων επενδύσεων.
Η πιθανή έλλειψη εξειδικευμένης τραπεζικής γνώσης στον αγροτικό τομέα
Ένας από τους λόγους που οι τράπεζες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι στα αγροτικά δάνεια ίσως έχει να κάνει με το «υφιστάμενο καθεστώς της ελληνικής τραπεζικής αγοράς», σύμφωνα με την έκθεση. Όπως αναφέρεται, μετά την εξαγορά της Αγροτικής Τράπεζας από την Τράπεζα Πειραιώς, το αγροτικό χαρτοφυλάκιο και ένα μέρος της σχετικής τεχνογνωσίας, μέσω των μεταφερόμενων υπαλλήλων, πέρασαν στον εξαγοράζοντα οργανισμό, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό πλαίσιο ως προς την εξειδικευμένη τραπεζική υποστήριξη του αγροτικού τομέα.
Αυτό σημαίνει ότι, παρότι επιχειρηματικά δάνεια για αγροτική παραγωγή μπορούν θεωρητικά να χορηγούνται από το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό υπάρχει η απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και υποστήριξη. Με άλλα λόγια, κατά πόσο υπάρχουν στελέχη με εμπειρία ή επιστημονικό υπόβαθρο στην αγροτική παραγωγή, ώστε να αξιολογούν ολοκληρωμένα ένα αγροτικό επιχειρηματικό σχέδιο και τις πραγματικές προοπτικές του.
Ο κατακερματισμός της παραγωγής και οι επενδύσεις χαμηλής αποδοτικότητας
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τις τράπεζες πιο προσεκτικές απέναντι στα αγροτικά δάνεια είναι ο «έντονος κατακερματισμός της ελληνικής αγροτικής παραγωγής». Η ύπαρξη πολλών μικρών εκμεταλλεύσεων σημαίνει ότι κάθε παραγωγός χρειάζεται τον δικό του βασικό εξοπλισμό, ακόμη κι αν η έκταση που καλλιεργεί δεν επιτρέπει πάντα την πλήρη αξιοποίησή του. Με βάση την έκθεση, αυτό δημιουργεί μια «τεχνητά επαυξημένη ανάγκη» για επενδύσεις, με αποτέλεσμα οι δαπάνες να εμφανίζονται διαχρονικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην πράξη, όμως, η εικόνα αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε πιο αποδοτικές επενδύσεις. Όταν η παραγωγή είναι διασπασμένη σε πολλές μικρές μονάδες, μεγάλο μέρος των χρημάτων κατευθύνεται σε βασικό μηχανολογικό ή μεταφορικό εξοπλισμό, συχνά φθηνότερο ή ακόμη και μεταχειρισμένο, ενώ περιορίζονται οι επενδύσεις σε υποδομές, κτιριακές εγκαταστάσεις, φυτικό και ζωικό κεφάλαιο ή πιο σύγχρονες τεχνολογίες. Για τις τράπεζες, αυτή η εικόνα δημιουργεί επιπλέον επιφυλάξεις, καθώς η επένδυση δεν οδηγεί πάντα σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας ή της ανταγωνιστικότητας μιας αγροτικής μονάδας.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, η σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς δείχνει πιο καθαρά πώς κατανέμονται οι επενδυτικοί πόροι στον ελληνικό αγροτικό τομέα. Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι οι δαπάνες για μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό απορροφούν στην Ελλάδα σταθερά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των συνολικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Από το 2005 και μετά, το μερίδιο αυτών των δύο κατηγοριών ξεπερνά σχεδόν πάντα το 72,9%, ενώ τα τελευταία χρόνια κινείται συστηματικά πάνω από το 90%, με μέσο όρο 82,3%. Στην ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 59,5%, γεγονός που δείχνει πιο ισορροπημένη κατανομή των επενδυτικών πόρων. Σε φυτικό και ζωικό κεφάλαιο, ο ελληνικός αγροτικός τομέας εμφανίζει χαμηλότερες δαπάνες, που αντιστοιχούν μόλις στο 5,2% του συνολικού σχηματισμού παγίου κεφαλαίου την περίοδο 2005–2024, έναντι 10,9% στην ΕΕ. Αντίστοιχα χαμηλά παραμένουν και τα ποσοστά για κτιριακές εγκαταστάσεις και φυσικές υποδομές, στο 9,8% έναντι 23,4%, αλλά και για άλλες μορφές παγίου κεφαλαίου, όπου η Ελλάδα κινείται στο 2,7%, έναντι 6,3% στην Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο θέμα πόσα επενδύονται στον αγροτικό τομέα, αλλά και πού κατευθύνονται τα χρήματα.
Η έλλειψη συνεργασίας αυξάνει το κόστος και μειώνει την αξιοπιστία
Η χαμηλή συμμετοχή των παραγωγών σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά σχήματα αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που επηρεάζει τη σχέση των αγροτών με τη χρηματοδότηση. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, εάν ο αγροτικός τομέας ήταν περισσότερο οργανωμένος σε ομάδες παραγωγών ή συνεταιρισμούς, θα μπορούσε να συγκεντρώνει καλύτερα τις ανάγκες για εξοπλισμό, να μοιράζει το κόστος και να αξιοποιεί πιο αποτελεσματικά τις οικονομίες κλίμακας. Αυτό θα έκανε τις επενδύσεις πιο αποδοτικές και, κατά συνέπεια, πιο εύκολα χρηματοδοτήσιμες από τις τράπεζες.
Στην Ελλάδα, όμως, η συμμετοχή σε τέτοιες μορφές οργάνωσης παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, περίπου το 20% της παραγωγής περνά μέσα από συνεταιρισμούς, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 40%. Η διαφορά αυτή αποδίδεται σε οργανωτικές αδυναμίες, στην έλλειψη κινήτρων τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και στη δυσπιστία που δημιούργησαν προβλήματα διαχείρισης και βιωσιμότητας σε ορισμένα συνεργατικά σχήματα.
Η ηλικία, η οργάνωση και το προφίλ των αγροτικών μονάδων
Τα ίδια τα χαρακτηριστικά πολλών αγροτικών εκμεταλλεύσεων επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες εξετάζουν τα αιτήματα χρηματοδότησης. Η μικρή κλίμακα παραγωγής περιορίζει τη δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων σε σύγχρονο εξοπλισμό, ενώ η οικογενειακή μορφή λειτουργίας πολλών μονάδων συχνά δεν συνοδεύεται από οργανωμένη επιχειρηματική δομή. Όπως προκύπτει από τη μελέτη του «Διανέοσις», η αδυναμία του ελληνικού αγροτικού τομέα να επενδύσει μαζικά σε νέο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το μικρό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων.
Παράλληλα, η ηλικιακή σύνθεση του αγροτικού πληθυσμού έχει σημαντικό ρόλο, καθώς πολλοί παραγωγοί βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση ή λειτουργούν με πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση για επενδύσεις που απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν. Σε αρκετές περιπτώσεις, η περιορισμένη εξοικείωση με νέες τεχνολογίες και η δυσκολία παρακολούθησης των διεθνών εξελίξεων δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την προσαρμογή σε ένα πιο σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο.
Από την πλευρά του τραπεζικού συστήματος, όλα αυτά μεταφράζονται σε υψηλότερο πιστωτικό κίνδυνο και, άρα, σε πιο αυστηρή αξιολόγηση ή υψηλότερο κόστος δανεισμού. Όταν μια αγροτική μονάδα έχει μικρό μέγεθος, οικογενειακό χαρακτήρα και περιορισμένη επιχειρηματική οργάνωση, η πρόσβαση σε δανειακούς πόρους γίνεται αντικειμενικά πιο δύσκολη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τράπεζες απορρίπτουν τη χρηματοδότηση, αλλά ότι εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή τη βιωσιμότητα της επένδυσης και τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής του δανείου.
Το ζητούμενο, πάντως, δεν είναι μόνο αν οι τράπεζες εγκρίνουν ή όχι αγροτικά δάνεια, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει πιο εύκολη η χρηματοδότηση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα. Η έκθεση θέτει στο τραπέζι ακόμη και την πιθανότητα κρατικής στήριξης μέσω δανείων με επιδοτούμενο επιτόκιο, ώστε να μειωθεί μέρος του κόστους δανεισμού που συνδέεται με τους αυξημένους κινδύνους της αγροτικής δραστηριότητας. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δεν εξαρτάται μόνο από τις τράπεζες, αλλά και από τη δομή και την οργάνωση του ίδιου του αγροτικού τομέα.